Υάκινθοι και κρίνα…
“Μαμά ήρθα”, της ψιθύρισα.
Μόλις είχαμε φτάσει με την ψυχή στο στόμα από το τρέξιμο στου Μπακάκου. Ο Γλάρος να με περιμένει μέσα στο παράνομα σταθμευμένο και πάνω στην Ομόνοια αυτοκίνητο κι’ εγώ στην τρεχάλα για το πολύ ακριβό φάρμακο που θα βοηθούσε τον …τελειωμένο της αιματοκρίτη.
Τη βρήκα στην ίδια, όπως και 2 μήνες τώρα, θέση. Γυρισμένη στο αριστερό πλευρό σε κατάσταση λήθαργου. Γύρισε με δυσκολία το κεφάλι, με κοίταξε σαν χαμένη με το βασιλεμένο βλέμμα της και με θλίψη ψέλλισε τρεις όλες κι’ όλες λέξεις που με κάρφωσαν:
“Τώωωωωρα που ήρθες….”
Πού να της εξηγείς…
Τέτοιες ώρες οι λέξεις παγώνουν…
Το φάρμακο δεν της χρειάστηκε, γιατί την επομένη κατά τη διαδικασία της αιμοκάθαρσης έφραξε η φίστουλα στο χέρι της και μπήκε εσπευσμένα στο χειρουργείο, απ’ όπου βγήκε με ρόγχο πλέον, για να καταλήξει ύστερα από δυο ώρες. Τόσο άντεξε ο ταλαιπωρημένος της οργανισμός και το χιλιοτρυπημένο της κορμί από το σακχαρώδη διαβήτη που ΔΕΝ πρόσεξε. Αντιδρούσε πεισματικά στην ιδέα της ινσουλίνης.
Πώς γίνεται να μη τη θυμάμαι τέτοια μέρα, ακόμη και ύστερα από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια…
Χθες βράδυ το άκουσα και τη θυμήθηκα πάλι…
Το ζευγάρι των εφήβων με αέρινες κινήσεις λικνίζονταν υπό τους ήχους της απαλής
και αέρινης μουσικής των μελοποιημένων από τη Loreena Mac Kennit, στίχων της Χαρούλας.
Κι’ εγώ, μακριά από το συγκεντρωμένο πλήθος… γονείς, αδελφάκια, παππούδες και γιαγιάδες των μικρών κατα σκηνωτών, που είχαν συγκεντρωθεί για την τελετή λήξης της 3ης κατασκηνωτικής περιόδου εκείνης της χρονιάς.
Καθισμένη σε ένα ξύλινο παγκάκι στο ύψωμα, κρύβοντας την οδύνη μου πίσω από σκούρα γυαλιά, το βασανιστικό κόμπο στο λαιμό να με πνίγει, τον ώμο του πρόθυμο …δια παν ενδεχόμενον και το χέρι του να σφίγγει το δικό μου. Την προηγούμενη μέρα την είχαμε “αποχαιρετήσει”. …
Δε φόρεσα μαύρα, εκτός από εκείνη την ημέρα. Το μαύρο είναι το χρώμα μου, όχι όμως ως ένδειξη πένθους. Το μισώ σ’ αυτή τη μορφή του. Τη θλίψη την κρύβεις μέσα σου ….δεν την επιδεικνύεις.
Σ’ εμένα, έλειπε εξάλλου η μάνα… ΄Ηταν η πρώτη χρονιά που και τα πέντε (5) τους έλειπαν στην κατασκήνωση, πρώτη φορά για την 6χρονη τότε μικρή μου, ως η μικρότερη κατασκηνώτρια και πρώτη που θα μέναμε μόνοι στο σπίτι για 21 ολόκληρες ημέρες….
Τρείς ημέρες πριν τελειώσει η κατασκήνωση, τους πήραμε άρον-άρον. ΄Επρεπε να την αποχαιρετήσουν… Τη γιαγιά τους τη θρήνησαν, γιατί τα κανάκεψε, όπως και κάθε γιαγιά εξάλλου, μα τούτη είχε πολλή αγάπη για τα παιδιά. ΄Ισως γιατί δεν αξιώθηκε για ένα δεύτερο παιδί μετά από μένα, εξαιτίας της πεισματικής άρνησης του πατέρα μου…στην τρομάρα του να μη δει κι’ άλλο κορίτσι…
΄Υστερα από 10 ολόκληρα χρόνια μάθαινε πως θα ξαναγίνει μητέρα…
Ανηφόριζε το δρόμο μας γυρνώντας από τη μικροβιολόγο με ένα χαμόγελο σαν ήλιος, εγώ λαχταρώντας τη μάνα έτρεξα κατηφορίζοντας, για να χωθώ στην αγκαλιά τη διάπλατη από τη χαρά της και να ακούσω το χαρμόσυνη είδηση: “Θα σου κάνω αδελφάκι”.
Δεν προλάβαμε να χαρούμε ούτε εκείνη, ούτε κι’ εγώ…. ο γιατρός αποφάσισε διακοπή της κύησης… λόγω σακχαρώδους διαβήτου.
Δε δέχτηκε την ολική νάρκωση.. και όταν γύρισε μου είπε: “Ευχή και κατάρα σου δίνω να μην κάνεις τέτοιο έγκλημα”…
Το κουβάλησε για πολλά χρόνια το μαρτύριο τούτο, μα την αποζημίωσα…της γέμισα την αγκαλιά…. ΄Ηταν όμορφη γυναίκα και παρά τα 67 της χρόνια το δέρμα της “ατσάκιγο”.
“Κοίτα γιαγιά που χάνεις” είπα της μεγάλης μου (13 χρόνων τότε). Την επομένη της θλιβερής τελετής ήταν η… άλλη τελετή στην κατασκήνωση. ΄Ετσι είναι η ζωή, σε θέλει, απαιτητικά, ενεργό συμμέτοχο σε κάθε της εκδήλωση. Τα παιδιά μου είχαν κάνει μεγάλες προετοιμασίες για κείνη την ημέρα, πολλές πρόβες και δεν ήθελα με τίποτε να τους στερήσω τη χαρά. Δεν είχα το δικαίωμα εξάλλου….
Είδαν τους φίλους τους, έπαιξαν, χάρηκαν, αντάλλαξαν τηλέφωνα και διευθύνσεις και έδωσαν αμοιβαίες υποσχέσεις για την επόμενη χρονιά…
(Εικόνα από Flickr, χρήστης: maketouch)

Αυγούστου 23, 2009 στο 11:05 μμ
Το μαύρο είναι το χρώμα μου, όχι όμως ως ένδειξη πένθους. Το μισώ σ’ αυτή τη μορφή του. Τη θλίψη την κρύβεις μέσα σου ….δεν την επιδεικνύεις.
Θα συμφωνήσω απόλυτα
Οσο για την ιστορία σου πολυ συγκηνιτική μα και γλυκια.
Δεν μαρεσει να επεκτείνομαι σε αυτα…
Να σαι καλα μονάχα
Αυγούστου 24, 2009 στο 4:47 πμ
Γλυκιά μου Γλαρένια ποτέ δεν φεύγουν αυτές οι αναμνήσεις. Ούτε μετά από 15 ούτε μετά από 40 χρόνια… Απλά με τα χρόνια μαθαίνεις να ζεις μ’ αυτό γιατί δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Εγώ επιλέγω (προσπαθώ) να κρατώ στο μυαλό μου τις όμορφες εικόνες και τις ευχάριστες αναμνήσεις. Εχουμε μήπως άλλη επιλογή;
Να την θυμάσαι πάντα με αγάπη….
Αυγούστου 27, 2009 στο 12:04 πμ
ουφ… μας έκανες την καρδιά περιβόλι!
Αυγούστου 31, 2009 στο 8:46 πμ
Μαρια μου καλή μου και όμως δεν είμαι καλά. Ανεβαίνω γολγοθά εδώ και δέκα μέρες.
Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές
Αυγούστου 31, 2009 στο 8:49 πμ
Μιλενάκι μου δεν ξεχνιουνται και ξέρεις, για ένα περίεργο λόγο κρατάμε μόνο τα καλά τους.
Προσευχήσου τώρα για μένα, που περνώ μια δοκιμασία
Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές
Αυγούστου 31, 2009 στο 8:51 πμ
Μανιτάρι μου, αυτά ήταν ενθυμήματα… τώρα χορεύω στο ταψί….
Προσευχήσου για μένα…
Να είσαι Παντα ΚΑΛΑ!!!
Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές